Ιατρικός Τουρισμός

Αποτελεσματική Διαχείριση Κρίσης Πανικού μέσα από την Ανάλυση Συμπεριφοράς

Αποτελεσματική Διαχείριση Κρίσης Πανικού μέσα από την Ανάλυση Συμπεριφοράς

 

Η Ανάλυση Συμπεριφοράς δεν είναι ένα «τέχνασμα» που εφαρμόζουμε στην Ειδική Αγωγή και είναι  πολλά παραπάνω από μία απλή μέθοδος αντιμετώπισης των φαινομένων που ταξινομούνται ως «ψυχοπαθολογία». Η Ανάλυση Συμπεριφοράς είναι μια ολοκληρωμένη προσέγγιση ερμηνείας του κόσμου που μας περιβάλλει και του συνόλου των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτόν.

Υπάρχει κάτι ωφέλιμο σε αυτή τη θεώρηση που να αξίζει το χρόνο ενός επαγγελματία; Τα εργαλεία, οι μέθοδοι, η ορολογία και η έμφαση που δίνεται σε απτές, φυσικές εξηγήσεις των μακροπρόθεσμων αλληλεπιδράσεων οργανισμών – περιβάλλοντος είναι αποδεδειγμένα οι καλύτεροι σύμμαχοι, τόσο για τη μέγιστη αποτελεσματικότητα όταν ερχόμαστε σε επαφή με άτομα που αιτούνται βοήθεια, όσο και για τη βαθύτερη κατανόηση των ανθρωπίνων σχέσεων εν γένει.

Όσον αφορά στο κλινικό έργο, ποτέ ως τώρα δε μας έχει προδώσει η αρχή του ότι η συμπεριφορά (η κάθε συμπεριφορά) διαμορφώνεται μέσα από τις συνέπειές της, επομένως καθίσταται πάντοτε επιτακτικός ο ενδελεχής έλεγχος των συνθηκών μέσα από τις οποίες αναδύεται μία δράση, αλλά και των επακόλουθων που η δράση αυτή επιφέρει. Το τριαδικό μοντέλο: Προγενόμενα – Συμπεριφορά – Συνέπειες είναι ικανό να μας αποκαλύπτει επαναλαμβανόμενα μοτίβα εκδήλωσης των υπό μελέτη δράσεων, όπου σε συνδυασμό με την εκτεταμένη ατομική ανάλυση και την αποσαφήνιση του ενισχυτικού ή αποτρεπτικού ρόλου των εκάστοτε ερεθισμάτων στο ιστορικό των ατόμων, μας βοηθά να σχεδιάσουμε την αποτελεσματικότερη κατά περίπτωση παρέμβαση.

Πιο συγκεκριμένα, ένα από τα πιο πρόσφατα περιστατικά που έφθασε στο γραφείο συναδέλφου, η Μαρία Χ., 28 ετών, με περιστασιακές κρίσεις πανικού, από τις οποίες κατέληξε να κουβαλά ένα μόνιμο άγχος, μια διαρκή ανησυχία, συνεχείς πόνους και δυσφορία στο στήθος, αλλά και καθημερινά περιστατικά αποδιοργανωτικής έντασης. Είχε ήδη επισκεφτεί αρκετές φορές το νοσοκομείο λαμβάνοντας την αντίστοιχη ηρεμιστική αγωγή και καθώς όλες της οι εξετάσεις έβγαιναν καθαρές, αναζήτησε βοήθεια. Η Μαρία ισχυριζόταν πως οι κρίσεις πανικού λάμβαναν χώρα ξαφνικά, «στα καλά του καθουμένου», εκεί που φαινομενικά ήταν ήρεμη, όμως, όπως προέκυψε στην ανάλυση, η Μαρία ήταν κάθε άλλο παρά ήρεμη: διένυε ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο διάστημα, με πλείστες αλλαγές σε όλα τα πλαίσια της ζωής της (νέα δουλειά που την ανάγκασε να μετακομίσει, να διαχειριστεί πληθώρα διαδικαστικών, με κορωνίδα τον αποχωρισμό της από τον αγαπημένο της λόγω απόστασης).

Μέσα από το οδοιπορικό των αυτοαναφορών της, η Αναλύτρια Συμπεριφοράς εκτέθηκε στα πλαίσια (στρεσογόνες αλλαγές) και τις συνθήκες (ιδιαίτερα εξασθενημένος οργανισμός) που πυροδότησαν με τη σειρά τους συμπεριφορικές δράσεις και συναισθηματικές αντιδράσεις (τις κρίσεις πανικού), αναζήτησε τα μοτίβα που τυχόν εκδηλώνονταν (κρίσεις εμφανίζονταν τελικά και κατά το παρελθόν, σε πιέσεις της φοιτητικής ζωής, υποδεικνύοντας ιστορικό δυσδιαχείρισης άγχους) και κατόπιν, προέτρεψε την αναλυόμενη να παρατηρήσει εις βάθος τη λειτουργία των ερεθισμάτων αυτών στον ίδιο της τον οργανισμό. Η αυτοπαρατήρηση βοήθησε τη Μαρία να συνειδητοποιήσει ότι κομμάτι της διαρκούς ανησυχίας της αποτελούσε η συνεχής εμμονική επικέντρωση στις ενδείξεις του σώματός της ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Η Μαρία έψαχνε συνεχώς για σήματα κινδύνου – προειδοποιητικά σήματα, κάτι που την άγχωνε ακολούθως περισσότερο και κατέληγε στην ένταση μιας κρίσης. Η συμπεριφορά της ήταν «σωστή» υπό την έννοια ότι α. είναι εύλογο ένα ξέσπασμα του οργανισμού σε τέτοιες συνθήκες πίεσης και β. τσεκάροντας επανειλημμένα αν κάτι πηγαίνει στραβά, η κοπέλα στην ουσία προσπαθούσε να ανακτήσει λίγο έλεγχο και να παράγει σήματα ασφάλειας. Ήδη καλύτερα, η Μαρία παρατηρεί τώρα αποτελεσματικότερα τα σημάδια – αποσυσχετίζοντας φυσιολογικές οργανικές αντιδράσεις (π.χ. εφίδρωση, ταχυπαλμία λόγω έντονης ομιλίας) από σήματα κινδύνου, στοχεύοντας βραχυπρόθεσμα σε μικρές αλλαγές (από καλύτερη φροντίδα του εαυτού της έως υιοθέτηση δράσεων με ενισχυτική αποτελεσματικότητα/ δράσεων που παράγουν ερεθίσματα ασυμβίβαστα με την ανησυχία και το άγχος) και μακροπρόθεσμα, στη διαμόρφωση μέσω διαφορικής ενίσχυσης, ενός λειτουργικότερου τρόπου διαχείρισης του άγχους.

Τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι που φτάνουν σε μας ρωτούν με αγωνία: «Τι έχω;». Στην Ανάλυση Συμπεριφοράς, αντιγυρίζουμε την ερώτηση, προσπαθώντας να ξεδιπλώσουμε το: «Τι σου έχει συμβεί;». Ο Συμπεριφορισμός αντιμάχεται πολλά στερεότυπα στην ερμηνεία της προέλευσης των δράσεων, εμμένοντας πάντοτε στη θεώρηση πως η συμπεριφορά πλάθεται από τη μακροπρόθεσμη αλληλεπίδραση δράσεων – περιβάλλοντος και δεν προέρχεται από δραστηριότητες του νου, δεν οφείλεται στον «χαρακτήρα» μας, δεν πηγάζει από ψυχοπαθολογικές διαταραχές, ούτε καθορίζεται από άυλες οντότητες, π.χ. ασυνείδητο ή Υπερεγώ, που κανείς ποτέ δεν έχει δει ή ακούσει (και σίγουρα δεν έχει συλλέξει τεκμηριωμένα δεδομένα για αυτές). Και αυτό, από καθαρά πραγματιστική σκοπιά, εφόσον κανείς δεν μπορεί να παρέμβει στο νου και τις λειτουργίες του, ούτε στο οικοδόμημα που ονομάζουμε χαρακτήρα, ενώ κανείς δεν μπορεί να επιδράσει πάνω, λόγου χάρη, στην κατάθλιψη ή τον ψυχαναγκασμό.

Το μόνο που μας μένει να ρυθμίσουμε και έχουμε πρόσβαση να ελέγξουμε είναι ένα: η συμπεριφορά. Όλη η εκπαίδευση δομείται με γνώμονα την πεποίθηση ότι «η συμπεριφορά είναι πάντοτε σωστή» και την επικέντρωση στο πώς η συμπεριφορά διαμορφώθηκε, γιατί θεμελιώθηκε, τι εξυπηρετεί και αλλάζοντας ποια δεδομένα, θα καταφέρουμε να πετύχουμε τον αναπροσανατολισμό της στην επιθυμητή κατεύθυνση.

 

Αθηνά Δεσύπρη Ψυχολόγος, M. Sc.

Αναλύτρια Συμπεριφοράς

Τότα Δρούζα Ψυχολόγος, M. Sc.

Αναλύτρια Συμπεριφοράς

close

eclass.nea-gnosi.gr

ΕΣΥΔ